Τα τελευταία χρόνια, η παραγωγή μελιού στην Κύπρο έχει μειωθεί αισθητά, κυρίως λόγω των ολοένα και πιο δύσκολων καιρικών συνθηκών. Σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται από το Τμήμα Γεωργίας, η συνολική παραγωγή έχει πέσει έως και 30%, ενώ η μέση ποσότητα μελιού που δίνει κάθε κυψέλη έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά ένα τρίτο.
Τι φταίει; Η ξηρασία και η ζέστη
Ο βασικός λόγος είναι η παρατεταμένη ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες. Όταν δεν βρέχει αρκετά και κάνει πολλή ζέστη για μεγάλα διαστήματα, μειώνεται η άγρια βλάστηση και τα ανθοφόρα φυτά. Αυτό σημαίνει λιγότερο νέκταρ και γύρη – δηλαδή λιγότερη «τροφή» για τις μέλισσες και λιγότερη πρώτη ύλη για να παραχθεί μέλι.
Παράλληλα, οι πυρκαγιές και η επέκταση των πόλεων περιορίζουν ακόμη περισσότερο τους φυσικούς χώρους όπου οι μέλισσες βρίσκουν άνθη.
Δεν είναι μόνο θέμα μελιού: είναι θέμα τροφής και φύσης
Οι μέλισσες δεν είναι σημαντικές μόνο επειδή μας δίνουν μέλι. Παίζουν τεράστιο ρόλο στην επικονίαση: βοηθούν δηλαδή τα φυτά να «δέσουν» καρπό. Υπολογίζεται ότι συνεισφέρουν στην επικονίαση περίπου του 75% των φυτικών ειδών παγκοσμίως και έως του 90% πολλών φρούτων και καλλιεργειών. Με απλά λόγια: χωρίς μέλισσες, επηρεάζεται άμεσα η γεωργία και η ποικιλία της φύσης.
Γιατί ανεβαίνει τόσο το κόστος για τους μελισσοκόμους;
Όταν η ανθοφορία είναι φτωχή και οι κυψέλες αποδυναμώνονται, οι μελισσοκόμοι χρειάζεται να ξοδεύουν περισσότερα για να κρατήσουν τα μελίσσια δυνατά: μετακινήσεις σε περιοχές με καλύτερη ανθοφορία, αντικατάσταση αδύναμων κυψελών, περισσότερη φροντίδα. Επιπλέον, οι αλλαγές στον βιολογικό κύκλο των μελισσών φαίνεται να μειώνουν την άμυνά τους, κάνοντάς τες πιο ευάλωτες σε ασθένειες και «εχθρούς» που έχουν αυξημένη δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια.
Υπάρχει στήριξη; Ναι, αλλά ο ανταγωνισμός «καίει»
Το κράτος αναφέρει ότι υπάρχουν εθνικά και ευρωπαϊκά μέτρα στήριξης, όπως βοήθεια για μεταφορές κυψελών και δράσεις που στοχεύουν σε πιο «οργανική» διαχείριση των αποικιών.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά και στο ευρωπαϊκό έργο PLANBEE (με προϋπολογισμό €2,8 εκατ.) που στοχεύει σε εκπαίδευση, καινοτομία (όπως “έξυπνες” κυψέλες) και ανάπτυξη μελιών που συνδέονται με τη χλωρίδα της περιοχής.
Το μεγαλύτερο “αγκάθι” για πολλούς μελισσοκόμους είναι ο φθηνός εισαγόμενος ανταγωνισμός. Μέλι από την Κίνα μπορεί να φτάνει στην ευρωπαϊκή αγορά περίπου στα 1,40€/κιλό, την ώρα που το κυπριακό μέλι στη λιανική κινείται γύρω στα 10€/κιλό. Την ίδια στιγμή, το κόστος παραγωγής ανεβαίνει συνεχώς, όμως οι παραγωγοί δυσκολεύονται να μετακυλήσουν αυτές τις αυξήσεις στην τελική τιμή.
Τι σημαίνει αυτό για την αγορά μελιού στην Κύπρο;
Σήμερα, η Κύπρος καλύπτει περίπου το 45% των αναγκών της σε μέλι από εγχώρια παραγωγή.
Το θετικό είναι ότι υπάρχει νέο αίμα στον κλάδο: πάνω από 1 στους 4 μελισσοκόμους είναι κάτω των 40 ετών, ποσοστό υψηλότερο από άλλους αγροτικούς τομείς.
Και υπάρχει και ένα “χαρτί” που μπορεί να βοηθήσει: η ιδιαίτερη ποιότητα του κυπριακού μελιού (λόγω χλωρίδας και κλίματος) και η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των καταναλωτών για φαινόμενα νοθείας σε εισαγόμενα μέλια.
Ένα ερώτημα που μας αφορά όλους
Αν ο καιρός συνεχίσει έτσι, το μέλι δεν θα γίνει απλώς πιο «σπάνιο». Θα πιεστεί μια ολόκληρη αλυσίδα: από τις μέλισσες και τη φύση, μέχρι τα χωράφια και το φαγητό που φτάνει στο τραπέζι μας. Εσύ όταν αγοράζεις μέλι, τι κοιτάς πρώτα: την τιμή ή την προέλευση και την ποιότητα;









Αφήστε μια απάντηση